Νέα έρευνα παρέχει στοιχεία ότι τα προβλήματα ύπνου στην πρώιμη παιδική ηλικία σχετίζονται με την ψύχωση και την οριακή διαταραχή προσωπικότητας στην εφηβεία

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο JAMA Psychiatry, δείχνουν ότι συγκεκριμένα προβλήματα ύπνου σχετίζονται με αντίστοιχα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα.

«Μέχρι πρόσφατα, ο ύπνος δεν είχε θεωρηθεί βασικός παράγοντας για την  εμφάνιση προβλημάτων ψυχικής υγείας, παρά μόνο μεμονωμένος παράγοντας. Ωστόσο, προκύπτουν όλο και περισσότερα στοιχεία που υποδηλώνουν τον σημαντικό ρόλο του ύπνου στην ανάπτυξη συγκεκριμένων ψυχικών διαταραχών», δήλωσε η επικεφαλής ερευνητής Isabel Morales-Muñoz, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Πρόνοιας στο Ελσίνκι και το Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ.

«Είναι ενδιαφέρον ότι προέκυψαν πριν από κάποιο καιρό στοιχεία που υποδεικνύουν ότι τα προβλήματα ύπνου στην παιδική ηλικία μπορεί να προηγούνται της ανάπτυξης ψυχικών διαταραχών στην εφηβεία, όπως η ψύχωση και η οριακή διαταραχή προσωπικότητας (BPD). Ωστόσο, αυτές οι εξειδικευμένες έρευνες είχαν επικεντρωθεί μόνο σε μια συγκεκριμένη πτυχή του ύπνου (εφιάλτες). Ο αντίκτυπος άλλων πιο κοινών προβλημάτων ύπνου στην παιδική ηλικία, όπως συμπεριφορικά προβλήματα (λίγος ύπνος, διακοπτόμενος ύπνος ή άτακτη ρουτίνα ύπνου), δεν είχε μέχρι πρότινος μελετηθεί εάν σχετίζεται με την εμφάνιση αυτών των συγκεκριμένων ψυχικών παθήσεων».

«Επίσης, παρόλο που υπήρχαν στοιχεία ως προς την συσχέτιση μεταξύ των προβλημάτων ύπνου σε πολύ μικρή ηλικία και της ψύχωσης και της οριακής διαταραχής προσωπικότητας στην εφηβεία, παρέμενε άγνωστο εάν παρουσιάζονταν και άλλες συσχετίσεις. Επιπλέον, παρέμεναν αδιευκρίνιστοι οι πιθανοί μηχανισμοί που διέπουν αυτές τις συσχετίσεις», εξήγησε η Morales-Muñoz.

Για την μελέτη τους, οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από μια κοορτή γεννήσεων από την «Διαχρονική μελέτη γονέων και παιδιών της Avon», μια έρευνα που ξεκίνησε πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες και περιλάμβανε 13.488 έγκυες μητέρες. Στο πλαίσιο της μελέτης, οι γονείς ανέφεραν την συμπεριφορά ύπνου των παιδιών τους όταν τα παιδιά ήταν 6, 18 και 30 μηνών, καθώς και όταν συμπλήρωσαν τα 3,5, τα 4,8 και 5,8 έτη.

Η Morales-Muñoz και οι συνάδελφοί της εστίασαν στα περίπου 7.000 παιδιά που παρουσίασαν ψυχωτικά συμπτώματα στην πρώιμη εφηβεία τους και στα περισσότερα από 6.000 παιδιά που παρουσίασαν συμπτώματα BPD στην πρώιμη εφηβεία τους.

Διαπίστωσαν ότι τα παιδιά με συχνή νυχτερινή αφύπνιση σε ηλικία 18 μηνών και ανάστατη ρουτίνα ύπνου σε ηλικία 6 μηνών, 30 μηνών και 5,8 ετών, είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ψυχωτικές εμπειρίες σε ηλικία 12 έως 13 ετών. Επιπλέον, τα παιδιά που κοιμόντουσαν λιγότερο κατά τη διάρκεια της νύχτας και πήγαιναν αργά για ύπνο στην ηλικία των 3,5 ετών, είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν συμπτώματα BPD στην αρχή της εφηβείας τους.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο υγιής ύπνος και η σταθερή ρουτίνα ύπνου αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κατά τα πρώτα στάδια της παιδικής ηλικίας και «ότι έχουν συγκεκριμένο αντίκτυπο στην ανάπτυξη ορισμένων προβλημάτων ψυχικής υγείας σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής, όπως η εφηβεία. Για παράδειγμα, η συχνή νυχτερινή αφύπνιση και η άστατη ρουτίνα ύπνου σχετίζονται περισσότερο με την ψύχωση, ενώ η έλλειψη ύπνου σχετίζεται με την BPD», δήλωσε η Morales-Muñoz στην PsyPost.

«Επίσης, η εμφάνιση κατάθλιψης στην ηλικία των 10 μηνών αποτελεί σημαντικό παράγοντα, διότι εν μέρει τεκμηριώνει τους συσχετισμούς μεταξύ συγκεκριμένων προβλημάτων ύπνου και ψυχωτικών συμπτωμάτων, καθώς και συμπτωμάτων BPD. Αντιθέτως, τέτοιοι συσχετισμοί δεν προκύπτουν από την εμφάνιση κατάθλιψης στην ηλικία των 10 χρόνων».

«Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν την σοβαρότητα των προβλημάτων ύπνου κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, ως πιθανό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας στην εφηβεία. Επιπλέον, κάθε συγκεκριμένο  πρόβλημα συμπεριφοράς ύπνου πρέπει να ερμηνεύεται ότι οδηγεί στην ανάλογη ψυχοπαθολογία (δηλαδή οι συχνές νυχτερινές αφυπνίσεις και η ακατάστατη ρουτίνα ύπνου σχετίζονται περισσότερο με την ψύχωση, ενώ η μικρή διάρκεια του ύπνου με την BPD)», πρόσθεσε ο Morales-Muñoz.

«Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης θα μπορούσαν να παρέχουν σημαντική βοήθεια στους θεραπευτές στο να εντοπίσουν παιδιά που ενδέχεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να βιώσουν κάποιο ψυχωτικό επεισόδιο ή συμπτώματα BPD στην εφηβεία. Ενδεχομένως, θα ήταν χρήσιμα και για τον σχεδιασμό ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων και τον προγραμματισμό μιας καταλληλότερης ρουτίνας ύπνου, με στόχο την πρόληψη της εμφάνισης ή την εξασθένηση αυτών των ψυχικών διαταραχών».

Οι ερευνητές ανέλυσαν και την πιθανή επιρροή διαφόρων άλλων παραγόντων, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η σωματική και η σεξουαλική κακοποίηση και η συναισθηματική ιδιοσυγκρασία. Ωστόσο, όπως όλες οι έρευνες, η συγκεκριμένη μελέτη περιορίζεται μέχρι κάποιο εύρος.

«Οι μετρήσεις ύπνου που χρησιμοποιήθηκαν, ήταν μετρήσεις που διαμορφώθηκαν με βάση τις αναφορές των γονέων και επομένως ήταν υποκειμενικές. Οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να περιλαμβάνουν πιο αντικειμενικές μετρήσεις ύπνου, πιθανώς μέσω μεθόδων κινησιογραφίας, ώστε να προστατευθούμε από φαινόμενα αμεροληψίας που συναντώνται στις υποκειμενικές αναφορές. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν τα αποτελέσματα, όπως η ψυχική υγεία των γονέων, καθώς και άλλοι περιβαλλοντικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες. Ωστόσο, αυτήν την μελέτη προσπαθήσαμε να την θωρακίσουμε απέναντι στους πιο ορατούς και επίφοβους παράγοντες αλλοίωσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο», εξήγησε η Morales-Muñoz.

«Σε αυτό το σημείο, εξακολουθούν να υφίστανται τουλάχιστον δύο σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να ξεκαθαριστούν:

  1. Εάν υπάρχουν άλλοι πιθανοί παράγοντες, πέραν από την κατάθλιψη στην ηλικία των 10 μηνών, που θα μπορούσαν να κρύβονται πίσω από τα προβλήματα ύπνου στην παιδική ηλικία και τα ψυχωτικά συμπτώματα στην εφηβεία. Μερικοί από αυτούς τους πιθανούς παράγοντες θα μπορούσαν να είναι γνωστικοί παράγοντες, όπως η εκτελεστική λειτουργία.
  2. Εάν πιθανές παρεμβάσεις κατά τον ύπνο θα μπορούσαν πράγματι να αποτρέψουν ή να κάνουν ηπιότερη την εμφάνιση μελλοντικών ψυχωτικών συμπτωμάτων ή συμπτωμάτων BPD. Κάτι τέτοιο θα παρείχε άμεσα στοιχεία για τον πιθανό ρόλο του ύπνου».

Η μελέτη, «Σύνδεση προβλημάτων ύπνου που αναφέρθηκαν από γονείς κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, με ψυχωτικά συμπτώματα και συμπτώματα διαταραχής της προσωπικότητας στην εφηβεία», δημοσιεύτηκε από τους Isabel Morales-Muñoz, Matthew R. Broome και Steven Marwaha.

Εισάγετε το email σας για άμεση πρόσβαση στη μελέτη marketing

Εισάγετε το email σας για άμεση πρόσβαση στη μελέτη marketing

You have Successfully Subscribed!

Pin It on Pinterest